Πενήντα χρόνια συμπληρώθηκαν φέτος, στις 7 Ιανουαρίου, από τον θάνατο της μεγαλύτερης Ελληνίδας στιχουργού, Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου.

Η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, πολυτάλαντη, δυναμική και ευφυής, γεμάτη πάθη και αδυναμίες από την άλλη, έζησε μια ζωή ταραχώδη, έναν αέναο αγώνα επιβίωσης με απώλειες, προσφυγιά και πολλές περιπέτειες.

Γεννήθηκε στο Αϊδίνι Μικράς Ασίας το 1893. Έχασε σε μικρή ηλικία τον πατέρα της και την πάντρεψαν μετά από προξενιό με τον Κωστή Νικολαΐδη, 20 χρόνια μεγαλύτερό της. Απέκτησαν 2 παιδιά την Καίτη και την Μαίρη. Όταν ο τουρκικός στρατός εισέβαλε στο Αϊδίνι η οικογένειά της αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη Σμύρνη και τα επόμενα χρόνια η Ευτυχία μαζί με τη μητέρα της και τις δυο κόρες της έζησαν πρόσφυγες στην ασιατική Σπάρτη αλλά και στην Αττάλεια. Έρχεται στην Ελλάδα το 1920. Μεγάλο κεφάλαιο στη ζωή της ο Γεώργιος Παπαγιαννόπουλος, τελευταίος σύζυγός της και μεγάλος έρωτας της ζωής της, τον οποίο παντρεύεται το 1932, ενώ το 1960 πεθαίνει η κόρη της Μαίρη και η Ευτυχία βυθίζεται στο πένθος.

Το μέγαλο της πάθος ήταν η χαρτοπαιξία και για την ακρίβεια η πόκα. Δεν την ενδιέφερε το χρήμα ή η υστεροφημία της, το μόνιμο πρόβλημά της ήταν να έχει χρήματα για να χαρτοπαίξει. Έγραφε τραγούδια και τα πουλούσε χωρίς να την ενδιαφέρουν τα πνευματικά δικαιώματα, ή η εξέλιξη τους. Έφυγε από τη ζωή τον Ιανουάριο του 1972.

Μερικές από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της ήταν: «Τα καβουράκια», «Πήρα την στράτα κι έρχομαι», «Ρίξε στο γυαλί φαρμάκι», «Πετραδάκι, πετραδάκι», «Ηλιοβασιλέματα», «Δυο πόρτες έχει η ζωή», «Περασμένες μου αγάπες», «Είμαι αητός χωρίς φτερά», «Πήρα απ’τη νιότη χρώματα», «Θα βρω μουρμούρη μπαγλαμά», «Όνειρο απατηλό», «Γυάλινος κόσμος», «Αν είναι η αγάπη έγκλημα»,  «Αργά, είναι πια αργά»,  «Αχ να μπορούσα», «Η φαντασία», «Λίγο λίγο θα με συνηθίσεις»,  «Μαντουμπάλα», «Μου σπάσανε τον μπαγλαμά». Τραγούδια αθάνατα που έχουν τραγουδηθεί από όλους του Έλληνες και θα συνεχίζουν να μας συντροφεύουν σε στιγμές ευφορίας και όχι μόνο.