Ιδιαιτέρως αποκαλυπτική, αλλά και αιχμηρή, ήταν η ηθοποιός Ισμήνη Καλέση σε συνέντευξη που παραχώρησε στην εκπομπή «Mega Καλημέρα».

«Η μητέρα μου μού έλεγε πως δεν κάνω για μάνα και να μείνω μακριά από την πολιτική. Μου είχαν κάνει πρόταση να ασχοληθώ με την πολιτική. Ο μπαμπάς μου πέθανε πολύ νωρίς, ήταν αριστερός, και στον ανταρτοπόλεμο τον έλεγαν “καπετάν σκοτεινό”. Ήταν ένας μεγάλος αγωνιστής, ένας πατριώτης. Για να τον επιβραβεύσουν τον έστειλαν 7 χρόνια εξορία. Τα παιδικά μου χρόνια ήταν φτωχά, αλλά δε μου έλειψε τίποτα», είπε αρχικά η Ισμήνη Καλέση.

Μιλώντας για το γάμο της σε νεαρή ηλικία και το σύζυγό της, η Ισμήνη Καλέση σημείωσε: «Μόλις παντρεύτηκα, στα 18 μου, πέθανε ο πατέρας μου, ίσα που πρόλαβε να με δει ως ηθοποιό στο “Λούνα Παρκ”. Τον σύζυγό μου ο πατέρας μου τον λάτρεψε. Ο άνδρας μου από τα 18 μου μέχρι σήμερα έχει σταθεί δίπλα μου βράχος. Με καμάρωνε και ήταν πολύ πονηρός για να δείξει ζήλια».

Η Ισμήνη Καλέση είπε στη συνέχεια: «Οι γυναίκες σήμερα μου φαίνονται άσχημες, ίδιες και ηλίθιες. Είχα πάει σε πλαστικό χειρουργό και μου είπε “Θα σε κάνω να μη γνωρίζεσαι” και του λέω “Έχεις τρελαθεί; Εγώ θέλω να γνωρίζομαι”. Θα κάνω στο μέλλον, δεν έχω κάνει ακόμη τίποτα».

Σχολιάζοντας τα της τηλεόρασης, άσκησε σκληρή κριτική: «Η πρωινή ζώνη της τηλεόρασης έχει ένα επίπεδο αισθητικής που απαρτίζεται από τρελές κατσίκες – θίγω τις κατσίκες – με άσπρα δόντια που θυμίζουν φοράδες. Υπάρχουν ρόλοι για εμένα, αλλά δεν πληρώνουν. Δεν είναι ψώνιο η δουλειά μου, πρέπει να βγάζω λεφτά».

Αναφέρθηκε και στην πιο δύσκολη στιγμή της ζωής της, η οποία, όπως εξήγησε, την οδήγησε στον ψυχολόγο: «Η πιο δύσκολη στιγμή της ζωής μου ήταν όταν “έχασα” τη μητέρα μου και το γάτο μου το Σωτήρη. Η μητέρα μου ήταν 86 χρονών και φορούσε δερμάτινα παντελόνια. Ζούσαμε μαζί, δεν την άφησα ποτέ. Πήρα δυο χρόνια χάπια, πήγα στον ψυχίατρο για να ξεπεράσω το “χαμό” της μητέρας μου».

Κλείνοντας, η Ισμήνη Καλέση είπε: «Μία αρνητική κριτική με ενόχλησε και πήγα στα δικαστήρια και με πλήρωσαν. Τότε, όταν ήσουν ηθοποιός ήσουν σαν αστέρι που λάμπει. Τώρα δεν είναι έτσι γιατί έχουν θαμπώσει τα πάντα γύρω μας. Στην Κοζάνη μου πήραν τα παπούτσια και το καπέλο. Είχα εμμονικό θαυμαστή, αλλά κανείς δεν έβγαλε πριόνι. Με ακολουθούσε με λουλούδια, ερχόταν σπίτι, στο θέατρο».