Η άλωση της Πόλης ήταν συγκλονιστικό γεγονός. Η Πόλη των πόλεων έπεσε στα χέρια των εχθρών. Μολονότι οι χρησμοί το προφήτευαν, κανείς δεν ήθελε να το πιστέψει.

Ο ποντιακός λαός συγκλονίστηκε από την πτώση της Πόλης, έκλαψε και τραγούδησε για την συμφορά που τον βρήκε. Σε έναν από τους πιο γνωστούς θρήνους ένα πουλί μεταφέρει τα μαντάτα στους κατοίκους. Γνωρίζοντας, ότι μεταφέρει κάτι εξαιρετικά δυσάρεστο, κανείς δεν τολμά να πάει να πάρει το μήνυμα που έχει αφήσει το πουλί. Μόνο ένα παίδι – συνήθως χήρας γιος – πηγαίνει το διαβάζει και αναγγέλλει αυτός τα τρομερά νέα στον εκεί Ελληνισμό… Ωστόσο, στο τέλος υπάρχει και το αισιόδοξο μήνυμα: «Η Ρωμανία αν πέρασεν, ανθεί και φέρει κι άλλο…»

 

Πάρθεν η Ρωμανία

Έναν πουλίν, καλόν πουλίν εβγαίν’ από την Πόλην

ουδέ στ’ αμπέλια κόνεψεν ουδέ στα περιβόλια,

επήγεν και-ν εκόνεψεν α σου Ηλί’ τον κάστρον.

Εσείξεν τ’ έναν το φτερόν σο αίμα βουτεμένον,

εσείξεν τ’ άλλο το φτερόν, χαρτίν έχει γραμμένον,

Ατό κανείς κι ανέγνωσεν, ουδ’ ο μητροπολίτης

έναν παιδίν, καλόν παιδίν, έρχεται κι αναγνώθει.

Σίτ’ αναγνώθ’ σίτε κλαίγει, σίτε κρούει την καρδίαν.

«Ναϊλί εμάς και βάι εμάς, πάρθεν η Ρωμανία!»

Μοιρολογούν τα εκκλησιάς, κλαίγνε τα μοναστήρια

κι ο Γιάννες ο Χρυσόστομον κλαίει, δερνοκοπιέται,

-Μη κλαίς, μη κλαίς Αϊ-Γιάννε μου, και δερνοκοπισκάσαι

-Η Ρωμανία πέρασε, η Ρωμανία ‘πάρθεν.

-Η Ρωμανία κι αν πέρασεν, ανθεί και φέρει κι άλλο.

Αξίζει να αναφερθούμε στο γεγονός ότι ο Κωνσταντίνος Καβάφης εμπνεύστηκε από τον ποντιακό θρήνο για την πτώση της βασιλεύουσας, ανέμειξε ολόκληρες φράσεις από το ποντιακό δημοτικό με άλλα στοιχεία κι έγραψε το ποίημα “Πάρθεν”.

 

ΠΑΡΘΕΝ

Αυτές τες μέρες διάβαζα δημοτικά τραγούδια,

για τ’ άθλα των κλεφτών και τους πολέμους,

πράγματα συμπαθητικά· δικά μας, Γραικικά.

 

Διάβαζα και τα πένθιμα για τον χαμό τής Πόλης

«Πήραν την Πόλη, πήραν την· πήραν την Σαλονίκη».

Και την Φωνή που εκεί που οι δυο εψέλναν,

«ζερβά ο βασιληάς, δεξιά ο πατριάρχης»,

ακούσθηκε κ’ είπε να πάψουν πια

«πάψτε παπάδες τα χαρτιά και κλείστε τα βαγγέλια»

πήραν την Πόλη, πήραν την· πήραν την Σαλονίκη.

Όμως απ’ τ’ άλλα πιο πολύ με άγγιξε το άσμα

το Τραπεζούντιον με την παράξενή του γλώσσα

και με την λύπη των Γραικών των μακρυνών εκείνων

που ίσως όλο πίστευαν που θα σωθούμε ακόμη.

 

Μα αλοίμονον μοιραίον πουλί «απαί την Πόλην έρται»

με στο «φτερούλιν άθε χαρτίν περιγραμμένον

κι ουδέ στην άμπελον κονεύ’ μηδέ στο περιβόλι

επήγεν και εκόνεψεν στού κυπαρίσ’ την ρίζαν».

Οι αρχιερείς δεν δύνανται (ή δεν θέλουν) να διαβάσουν

«Χέρας υιός Γιανίκας εν» αυτός το παίρνει το χαρτί,

και το διαβάζει κι ολοφύρεται.

«Σίτ’ αναγνώθ’ σίτ’ ανακλαίγ’ σίτ’ ανακρούγ’ την κάρδιαν.

Ν’ αοιλλή εμάς να βάϊ εμάς η Ρωμανία πάρθεν».