Ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ ήταν ο όμορφος, ο Τζέιμς Ντιν ο επαναστάτης χωρίς αιτία, ο Στιβ ΜακΚουίν ήταν ο ατίθασος και ο Mάρλον Μπράντο ήταν ο μεγάλος ηθοποιός. Αλλά ο Πολ Νιούμαν ήταν ο τέλειος: ωραίος, αρρενωπός, καλός στο να παίζει τον σκληρό τύπο («Hud», «Cool Hand Luke», «Cat on a Hot Tin Roof») όσο και τον ευάλωτο («The Verdict», «Road to Perdition»)· κανείς δεν είχε περισσότερη αμεσότητα και χάρισμα, ένα είδος χιούμορ σαν να μην έπαιρνε τον εαυτό του στα σοβαρά.  Συν, τα πιο γαλάζια μάτια στην ιστορία των γαλάζιων ματιών. Επιπλέον, έμεινε παντρεμένος με την Τζόαν Γούντγουορντ επί μισό αιώνα και η φιλανθρωπία του είχε τέτοια έκταση και βάθος ώστε όταν πέθανε, ο Economist έγραψε ότι ήταν «το πιο γενναιόδωρο άτομο στην ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών».

Πριν από λίγο καιρό βρέθηκε ένα αδημοσίευτο χειρόγραφο, τα απομνημονεύματά του, που η οικογένεια Νιούμαν θεωρούσε χαμένο. Το κοινό βρέθηκε σε αμηχανία: μήπως ο «τέλειος» Πολ Νιούμαν δεν ήταν τελικά και τόσο τέλειος; Μήπως κακοποιούσε μικρά ζώα; Μήπως ήταν σατανιστής; Αλλά όχι: το βιβλίο «Paul Newman: The Extraordinary Life of an Ordinary Man», είναι ακριβώς αυτό που λέει ο τίτλος· ο Νιούμαν δεν τις αναφέρει σχεδόν καθόλου τις στιγμές δόξας, αλλά ενώ κάποτε προστάτευε την ιδιωτική του ζωή, εδώ αποκαλύπτει πολλά. Αμφισβητούσε συνεχώς τον εαυτό του, ήταν γεμάτος ενοχές για το παρελθόν, λάτρευε τη γυναίκα του και προσπαθούσε να μάθει από τα λάθη του. Το βιβλίο αποκαλύπτει έναν βαθιά ανθρώπινο χαρακτήρα που περιγράφει συντετριμμένος πόσο άσχημα χειρίστηκε τα παιδιά του από τον πρώτο του γάμο, τον Scott, τη Susan και τη Stephanie, όταν άφησε τη μητέρα τους, Jackie Witte, για τη Γούντγουορντ: «Το μόνο που έκανα» γράφει, «είναι να τους δίνω χρήματα. Δεν έκανα τίποτ’ άλλο.»

Ο Νιούμαν είχε περιλάβει στη διαθήκη του το ότι τα παιδιά του (έχει τρεις κόρες με τη Γούντγουορντ) είχαν την άδεια να δημοσιεύσουν μια βιογραφία του· στην πραγματικότητα, φαίνεται ότι ήθελε να πάψουν να τον βλέπουν σαν τον Σούπερμαν. Στο βιβλίο περιγράφει τα προβλήματά του με το αλκοόλ, τις εμπειρίες το από τον αντισημιτισμό (ο πατέρας του ήταν Εβραίος), την εποχή όπου υπηρέτησε στο αμερικανικό Πολεμικό Ναυτικό, τις σπουδές του στο Actors Studio στη Νέα Υόρκη, όπου γνώρισε τον Τζέιμς Ντιν, τον Μπεν Γκατζάρα και την Τζούλι Χάρις. Ο Νιούμαν αποδίδει το σεξ απίλ του στην Τζόαν Γούντγουορντ«Είμαι  πλάσμα της, επινόησή της» γράφει. «Όταν ήμουν παντρεμένος με την Jackie Witte, δεν είχα την ίδια προσωπικότητα. Το 1953 γνώρισα τη Γούντγουορντ και έγινα σεξουαλικό ον. Επί χρόνια και χρόνια οι δυο μας αφήναμε πίσω μας ένα ίχνος λαγνείας.» Ο Νιούμαν εγκατέλειψε τη Witte και παντρεύτηκε τη Γούντγουοντ το 1958: τότε ήταν τα δυο πιο θεσπέσια πλάσματα στον κόσμο. Σε ένα αξιομνημόνευτο σημείο του βιβλίου, ο Νιούμαν περιγράφει ένα βράδυ όπου επιστρέφοντας στο σπίτι βρίσκει τη Γούντγουορντ να στέκεται στη μέση ενός φρεσκοβαμμένου δωματίου με ένα διπλό κρεβάτι. «Ορίστε το Fuck Hut», του είπε θριαμβευτικά. Στο βιβλίο αναφέρει πολύ συχνά το πόσο σέξι ήταν η σχέση του και ο γάμος του με τη Γούντγουορντ: τα παιδιά τους το αναγνωρίζουν· το θυμούνται κατά κάποιον τρόπο. Ακόμα κι όταν έκανε χημειοθεραπεία για τον καρκίνο του πνεύμονα, η σχέση του ζευγαριού φαινόταν ζωντανή.

Ο Νιούμαν έζησε οπωσδήποτε μια υπέροχη ζωή, αλλά το 1978, ο γιος του ο Scott, ο οποίος πάλευε επί χρόνια με τα ναρκωτικά, πέθανε από υπερβολική δόση σε ηλικία 28 ετών. «Θέλω να αναλάβω την ευθύνη γι’ αυτό. Τι χρειαζόταν να κάνω και δεν έκανα;», γράφει. Ο Νιούμαν δεν είναι ο μοναδικός σταρ του κινηματογράφου που έχασε το παιδί του από υπερβολική δόση ή αυτοκτονία. Από την εποχή του κιόλας, ο Κλιντ Ίστγουντ, ο Γκρέγκορι Πεκ, Λουί Ζουρντάν και ο Κερκ Ντάγκλας είχαν τέτοιες απώλειες. Μετά τον θάνατο του Scott, o Nιούμαν ίδρυσε το Scott Newman Center, για την πρόληψη της κατάχρησης ναρκωτικών, ενώ λίγο αργότερα έστησε μαζί με τη Γούντγουορντ ένα δίκτυο κατασκηνώσεων, το SeriousFun, για βαριά άρρωστα παιδιά. Στο βιβλίο μιλάει πολύ λίγο γι’ αυτό λέγοντας πως είχε αρκετά χρήματα και του περίσσευαν —μοιάζει να μην είναι υπερήφανος για τίποτα πέρα από όσες ανθρώπινες σχέσεις κατάφερε να πετύχει.

To βιβλίο κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Century στις 27 Οκτωβρίου —15 χρόνια μετά τον θάνατο του Πολ Νιούμαν— και βρίσκεται σήμερα στη λίστα των μπεστ-σέλερ.